28.4.09

Μη κι εσύ, ανόημο...


Λες και ψυχανεμίζεσαι τη στιγμή που η νοσταλγία θα ξεπεράσει τη νωχελικότητα και θα ξυπνήσω το πρωί με τη λαχτάρα να ανηφορίσω με το πρώτο τρένο. Όχι συχνά τελευταία, το ξέρεις, αλλά ας έχουμε να μιλήσουμε μήνες, κάπου εκεί στη διαδρομή θα ακούσω τον γνώριμο ήχο κλήσης, και ο πρώτος καφές θα είναι πάντα δικός σου. Μ' ενοχλεί η απαίτηση, ή έτσι λέω, ίσως αν δεν ήταν δική σου, να την είχα εγώ... Τρία χρόνια με ελάχιστες κοινές στιγμές, στο "εν μικρώ" ή στο "έντεχνο", παραγγέλνεις τον φραπέ που μισώ κι εγώ εσπρέσσο και μου λες τα ίδια νέα για διαφορετικά πρόσωπα (συγκλονιστικές οι ζωές καρμπόν, μ' άρεσε ανέκαθεν να ψάχνω τις πέντε διαφορές, ειδικά κάποιες φορές που ορκιζόμουν ότι είναι μόνο τέσσερις), και τα ίδια (παλιά) για σένα... Μετά σταματάω να σε ακούω. Γιατί αισθάνομαι ότι κάθε καφές μάς βρίσκει με το βλέμμα λίγο βαρύτερο; Μήπως να έρχομαι πιο σπάνια; Θα το καθυστερήσω; Μπορώ; Ισχύει και για μένα το ίδιο; -δε θέλω... Αλλά και συ, το κουράγιο πού το βρίσκεις; Σε θαυμάζω, χαμογελάς ίσως πιο αληθινά από μένα, παρά τα αντίξοα. «Θα τα παρατήσω», μου λες και επιστρέφω. «Είναι ανόημο πια». Ανόημο, η αγαπημένη μας λέξη, αντίδοτο στην αλλεργία μου. «Και τι είναι ανόητο;» σου αντιδρούσα πάντα. «Δεν υπάρχουν ανόητα, ανόητη μια προσπάθεια δεν είναι ποτέ!». «Οκ, δεν είναι χωρίς νου ή νόηση, αλλά παραδέξου», έλεγες, «πως νόημα δεν έχει. Ανόημο, λοιπόν, αφού θες». Γελούσαμε τότε με τις ανόημες ανοησίες μας, δεν καταλαβαίναμε τη σημασία της απώλειάς τους και ήμασταν σίγουροι πως η αλλαγή ενός γράμματος αρκούσε να δικαιώσει αυτά που τότε σθεναρά υποστηρίζαμε μέχρι τελικής πτώσεως. Τώρα πίνεις τις τελευταίες γουλιές του καφέ (για τον οποίο αφήνουμε πια και πουρμπουάρ) και ετοιμάζεσαι να παρατήσεις ένα ανόημο ακόμα, αναίμακτα. Και εκεί στο μεταίχμιο της σκοτεινιάς του βλέμματος που σε χωρίζει από την ηρεμία μιας ρουτίνας χωρίς αισθήματα και εξάρσεις, σου λέω πως το ανόημο μ' αρέσει, πως αξίζει, αξίζει ακόμα και γραμμένο με ωμέγα γιώτα, στην εκδοχή εκείνη που μπορούμε να νιώθουμε ότι απλά ένα γράμμα που λείπει ανάμεσα, το χωρίζει από τις αγαπημένες μας συνωμοσίες.


Και μην ξεπέφτεις αναίμακτα στα όνειρα τα φτηνά ρε. Μη κι εσύ.

17.3.09

At the scratch of the step


At their beginning, blogs were about facts. Diaries, reflecting the blinks and the events caught in the eyes of their writers.
Later, blogs became mirrors of thoughts. Diaries, reflecting the flakes and the spurts in the minds of their owners.
And mite before their disappearance, blogs are about feelings. And music.

(And mite before their disappearance I used to hate blogmusic imposed).

Or, have I become...

7.11.08

Ρέστα


Είδες το κορίτσι που κατέβαινε τη Βασ.Σοφίας με την Athens Voice και τα δυο γιασεμάκια στο χέρι; Κορίτσι ήταν˙ κι ας νόμιζαν εκείνοι. Τα γιασεμάκια τά 'κοψε από 'να κήπο διπλανό. Τι την τράβηξε; Είχε κι εκείνη στο δικό της κήπο. Η απαγορευμένη οικειότητα της κέντριζε το ενδιαφέρον πάντα. Τα γιασεμιά όμως δεν ανήκαν.


Ούτε και κείνη.

Τα χέρια που κρατούσαν ενωμένα τα δύο άνθη μύριζαν χλωρίνη. Δεν ήξερε αλήθεια γιατί να είναι κατάλευκος ο νιπτήρας και τα δάχτυλά της να μυρίζουν χλωρίνη. Εκείνος που τον ήθελε έτσι είχε από καιρό γίνει αρκετά φίλος ώστε να μην του κάνει όλα τα χατίρια.

Σκεφτόταν καθώς κατέβαινε το δρόμο με τις ιτιές γιατί δεν μπορούσε πουθενά να μιλήσει για όλα τα άσπεκτς όσων σκεφτόταν (μην της την πεις για το "άσπεκτς" τώρα, άκου). Γιατί το ένα δεν μπορούσε να το πει, το δεύτερο δε θα ήταν ικανή να το μεταδώσει, και το τρίτο απλά δεν ήταν αρκετό.

Αμφιταλαντευόταν την ώρα εκείνη ανάμεσα στην ανάγκη να συνοδεύσει μουσικά τον περίπατο και να μοιραστεί με αγαπημένες φωνές τα νέα της κάθε πλευράς. Πήρε τηλέφωνο, να ξεχρεώσει κιόλας. Μίλησε και με κείνη, τη μόνη (τότε το συνειδητοποίησε) που δεν την έκρινε ποτέ.

Μα η ολότητα είναι το κορίτσι, οι πλευρές δεν είναι. Την ολότητά της ποιος τη σήκωνε;

Στάθηκε στο πλάι της Βουλής και κοίταξε ψηλά το φεγγάρι πάνω από τα φωτισμένα κτίρια. Όχι; Δεν ήταν όμορφη η Αθήνα; Τότε γιατί δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια; Τι μιλούσε κι εκείνη˙ εκείνη όλα όμορφα τά 'βρισκε, πάντα. Δεν ήξερε άλλωστε τι συμβαίνει στον κόσμο και την τηλεόραση δεν την άνοιγε ποτέ˙ προφασιζόταν την έλλειψη χρόνου μα άλλη ήταν η αιτία. Μέσα σ'ένα άσπεκτ κι αυτή κρυμμένη. (Είπαμε, ήταν μόνο ένα κορίτσι.)

Ναι
˙ μπαλάντες άκουγε εκείνη την ώρα. Υπήρχαν και τέτοιες ώρες. Άλλες από αυτές που η Καραΐνδρου της κρατούσε παρέα και φώναζε μια ψυχή πως είναι για να «το παίζει» διαφορετική. Κι ας την αγαπούσε (και πολύ, και το ήξερε εκείνη), ένα άσπεκτ εδώ το έχανε γιατί δε θα μπορούσε ποτέ να του το εξηγήσει, κι αυτό πόναγε. Έπαιρνε βαθιά ανάσα όμως. “Πάλι τα νεκρόφιλα;” θα’λεγαν οι τρεις. “Emo!”, θά 'λεγε κείνος γελώντας, όχι μακριά από το να της κακιώσει, και απίστευτα μακριά της εκείνη τη στιγμή. Δεν ήθελε συναισθηματισμούς.

Μα δεν ήταν συναισθηματισμός. Ή ήταν; Τη σχέση της με τη μουσική προσπάθησε πολλές φορές να την αλλάξει, μην ξέροντας πάντως αν ήθελε. Την κρατούσε αιχμάλωτη η μουσική και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Σκέφτηκε εκείνον που ήταν το “alter ego” της σ’αυτό. Βουτούσανε μαζί στα ίδια τραγούδια και βρέχονταν για τα καλά και γουστάρανε. Ήταν ο μόνος. Κάνανε και τις ίδιες φρικαλέες σκέψεις γελώντας. Πνίγονταν στους ίδιους μελοδραματισμούς. “Θα πεις στον αέρα ποια είναι η αγαπημένη σου; Εε; Εκείνη με το όνομα της σχολής της;”
Είχε κλείσει χρόνο αυτό κι ακόμα το λέγαν. Της πρώτης μέρας, στα Εξάρχεια, ήταν.

Μελοδραματισμός... Το έ(εε)να της aspect.
“Μα είμαι δίπλα σου καθώς βραδιάζει…”, διέκοψες τις σκέψεις της εσύ, ο άλλος.
Χωρίς συνέπεια, ρε, όμως. Κι εσύ ξέχασες ότι μερικά πράγματα όταν αλλάξουν, τέλος. Όταν περάσεις στην άλλη πλευρά... Δε φταις εσύ, δε θα ήταν πάντα έτσι... κι ας περίμενε εκείνη να την περάσει αλώβητη τη μετάβαση.

Ούτε κείνη όμως έφταιγε, ξέρεις (ξέρεις;). Κείνη είχε ανοίξει τα παντζούρια το μεσημέρι μόλις γύρισε μα πριν προλάβει να μπει λίγο φως, σκοτείνιασε. Χειμερινή ώρα βλέπεις...

Συνάντησε ένα αγόρι στα σκαλιά της βουλής και κάθισε δίπλα. Απλά, όπως οι σχέσεις των ανθρώπων, είπε εκείνος. Δεν τον ήξερε, αλλά του χάρισε ένα άσπεκτ, όντας αναποφάσιστη για το αν θα το ήθελε και σίγουρη για το ότι οι σχέσεις δεν είναι, δεν είναι, καθόλου απλές, γιατί δεν τις αφήσαμε.
“Ξέρεις, είμαι λίγο μελαγχολική σήμερα...”
Δεν την είχε ρωτήσει. Ίσως να τό 'δε στα μάτια της, ίσως. Αν πρόσεχε τα μάτια.

Τίποτα παραπάνω.
Το γιασεμάκι τελικά -το ένα- το έβαλε σε ένα σπιρτόκουτο, το άλλο κάπου χάθηκε.

Ίσως τελικά, τα πάντα να ήταν μοναδικά. Εκείνη γιατί πίστευε πως μπορούσε να συντηρήσει πολλαπλά άσπεκτς με συνέπεια;
Θα τη μισούσε κάποτε. Θα τη ρωτούσε λίγο αργότερα αν θα πάθαινε τίποτα χωρίς αυτόν στη ζωή της.
Τίποτα. Δε δενόταν με ανθρώπους άλλωστε κείνη. Κείνο, το κορίτσι. Mόνη τά 'βγαζε πέρα... Προσποιούταν κάποτε την εξάρτηση που είχαν ανάγκη οι άλλοι.
Άρχισε να του λέει για τη ζωή στον κύκλο. Και για τα συσσίτια. Τό 'λεγε συχνά αυτό χωρίς πραγματικά να πιστεύει ότι θα το κάνει. Στον κύκλο όμως πίστευε...

Ο “μην είσαι emo…” δε θα καταλάβαινε ποτέ πως η μελαγχολία στο βλέμμα της δεν είναι αχαριστία αλλά προσευχή. Το alter ego της μικρής διαφοράς, το λόγο που κάποια πράγματα δε θα τα μάθαινε ποτέ, όπως ούτε κι εκείνη, κι ας τα ήξερε ήδη ασυνείδητα. Το αγόρι της βουλής, το κείμενο που την τρόμαξε και τι σήμαινε η απαράδεκτη ατάκα. Εκείνος που το καλοκαίρι ήταν τόσο δίπλα της, γιατί δε θα ξαναπαντούσε ποτέ στο email εκείνο το πρωινό. Οι τρεις, γιατί δεν υπάκουε και δε χαμήλωνε τη μουσική της.
Και κείνη, δεν ήθελε να τη ρωτήσει κανένας τους.

Γιατί τελικά την ολότητά της (δεν ήξερε), ποιος μπορούσε να τη σηκώσει;

6.10.08

Κυματομορφή

Με ρωτάω και πάλι τι διάλεξα και κομπιάζω. Τελικά φοβάμαι τα maxima όπως και τα minima. Και είναι όμορφο. Ναι, η βασική συχνότητα είναι αυτή που χαρακτηρίζει τον ήχο. Το χρώμα όμως; Η απαλότητα, η γλυκήτητα, η ευκρίνεια; Αυτά δεν είναι κρυμμένα μέσα; Μέσα στις μικρές γραμμούλες του σπεκτρογράμματος που η βιασύνη μας κάνει να τις αγνοούμε;

30.8.08

Au jour de la pluie


Έπεισες τον εαυτό σου τόσο πολύ πως πρέπει να τη ζεις την κάθε στιγμή που αρνείσαι να δώσεις δεκαπέντε εικοσιτετράωρα δεμένα από τώρα σε κάτι που θα σε κάνει να ξεχνάς ότι ζεις, κι ας είναι ιερός ο σκοπός. Φταίει αυτό ή η υπέρμετρη αισιοδοξία σου λόγω πρότερης εμπειρίας;

Όπως και να'χει, ας μην έρθει το φθινόπωρο μέσα σ'αυτά τα εικοσιτετράωρα και να είσαι αλλού. Να μην. Να μην. Να μην.
Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού ως τις 15.

15.8.08

Backwards



Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό. Και το παντζούρι. Θέλω να μυρίζω τα πεύκα, να ακούω τα τζιτζίκια και να βλέπω τ'αστέρια.
"Κλείσε τη σίτα! Θα μπουν κουνούπια..."
Θα κλείσω το παράθυρο.

"Μα θα ζεσταθείς!"
Θέλω να χαζεύω τα αστέρια.
Η γιαγιά μου λέει: Στο ύπνο σου μωρέ;
Αμέ, στο ύπνο μου. Να τα αισθάνομαι να μου χαϊδεύουν το κεφάλι πριν βυθιστώ στα δικά μου αστεράκια...
"Θα σε ξυπνήσει το φως.."
Και θα σηκωθώ τότε (-που δε θά'χει αστεράκια-αυτό δεν το λέω-κοριτσάκι ήταν η γιαγιά στην κατοχή-) και θα το κλείσω...
"Θα μπορέσεις να ξανακοιμηθείς;"
Σαφώς.
Ο παππούς τραβά την πολυθρόνα από το παράθυρο δίπλα, στην άλλη άκρη του δωματίου.
"Μην ανεβείς προσπαθώντας να γυρίσεις τα στηρίγματα..."
Χαμογελάω. Ήταν το κλασικό του πάντα. "Ένα παιδάκι..." Εκνευριζόμουν. Τα "παιδάκια" τα είχαν κάνει και πάθει όλα πριν από μένα. Είχαν γλιστρήσει τρέχοντας στην κατηφόρα με το ποδήλατο, είχαν πέσει πηδώντας από το παράθυρο στην αυλή, τους είχε κλειστεί το χεράκι στην πόρτα του ασανσέρ και στην πόρτα του αυτοκινήτου...

***

Η Κ. λέει στο msn ότι βρήκε ένα μπλοκάκι. Εύχομαι σε ένα χρόνο από τώρα να μπορούμε να συζητάμε κι όχι πια να αναπτύσσουμε τους παράλληλους μονολόγους μας... Εγώ τα έγραφα αυτά. Ημερομηνία: 26.09.04. Πόσα χρόνια πίσω; Τέσσερα; Ακόμα στους μονολόγους είμαστε. Μας ενοχλεί αυτό, Κ.; Ότι μπορούν να είναι παράλληλοι αξίζει, κι ας μη συναντιούνται... και κάτι ακόμα. Μη φοβάσαι, δεν μεγαλώσαμε αρκετά.

8.8.08

T' es où?


Cherchant je me perds...


13.7.08

Sundays


Μέτρησα τον κόσμο δυο φορές
μέσα στα απλά είναι τα ωραία
όπως όταν είμαστε παρέα
τι καλό που κάνει ένας καφές *

* Τάνια.

κι αν είναι κάτι που μου έχει λείψει
- αφόρητα -
στην πόλη αυτή
είναι οι καφέδες και οι βόλτες τα καμμένα κυριακάτικα πρωινά μας...

8.7.08

Δεν θα μάθω αν στη ζωή περισσότερη αξία έχουν οι συμβιβασμοί που καταφέρνουμε να κάνουμε, ή αυτοί που δε θα κάνουμε ποτέ.
Δε θα μάθω γιατί γελάς κρατώντας σφιχτά τη στιγμή που μου έλειψε.
Δε θα μάθω αν η αλήθεια κρύβεται σε 5 φράσεις ασυνάρτητες το πρωί ή σε μία παράγραφο βιαστικά γραμμένη το απόγευμα.
Θα μάθω δυστυχώς γιατί δεν κατάφερες ποτέ να νιώσεις τα γιασεμιά και τη ρετσίνα.
Άκου με.
Θέλω έναν κόσμο πιο απλό να μας ενώνει.

26.6.08

Γιατί ο κόσμος φοράει μαύρα γυαλιά...


...μέσα στο τρένο
που κατηφορίζει από Μαρούσι προς κέντρο
την ώρα της δύσης
βράδυ Τετάρτης;
Τι είναι τελικά
αυτό που φοβάται
να αντικρύσει κατάματα;

26.5.08

(εύθραυστη, ισορροπία)


Η εύθραυστη ισορροπία, να, αυτό. Οξύμωρο; Η ισορροπία σου να στηρίζεται σε κάτι μπαλάκια από χαρτί, τσαλακωμένα άτακτα, χαρτιά με στίχους ονειροπόλους και χαρτιά κενά, και κάτι άλλα, με γράμματα θαμπά και σημεία δυσανάγνωστα. Άκυρα, όλα τους, αν τα ανοίξεις. Άκυρα; Η ισορροπία να προσπαθεί να ισορροπήσει... Αστείο. Δεν το φανταζόσουν, καιρό πριν. Και τα χαρτιά τσαλακωμένα πολύ πρόχειρα και να φοβάσαι να τα πιέσεις παραπάνω. Τρέμεις που θα σε φέρουν πιο κοντά σ'αυτό που απεύχεσαι; Το ξέρεις ότι με την πρώτη θα κυλήσουν μακριά.




Πότε τελευταία φορά ονειρευτήκαμε είπαμε;

5.4.08

Στη σιωπή και στη φυγή

είναι που στην αγάπη μαθητεύεις.